Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΞΕΝΙΣΤΗΣ

Κάποτε μέσα στους αιώνες υπήρξε μια εποχή, όπου όλοι οι άνθρωποι ήταν χρήσιμοι. Όλοι ήξεραν να κάνουν κάτι κι αν δεν ήξεραν, μάθαιναν, ούτως ώστε να μπορούν να εξυπηρετούν σε κάτι. Όλες οι εργασίες είχαν μοιραστεί αναλόγως με τις ανάγκες και ο καθένας έκανε αυτό που είχε αναλάβει για να λειτουργεί τέλεια αυτή η μηχανή παραγωγής τέλειων εργατών, τέλειας αποτελεσματικότητας, κάτω από τέλειες συνθήκες.

Όμως, μια γυναίκα, ήθελε να υπάρχει ανάμεσά τους χωρίς να συμμετέχει στις εργασίες και χωρίς να έχει μάθει να κάνει τίποτα. Περνούσε όλη της τη μέρα περιπλανώμενη από το ένα σημείο στο άλλο ψάχνοντας την ομορφιά, δεχόταν τις χαρούμενες στιγμές με εκτίμηση, δεν ζητούσε τίποτα από κάποιον άλλο, ξάπλωνε κάτω απ 'τον ήλιο, κοιτούσε τον ουρανό και σκεφτόταν.

Οι υπόλοιποι άνθρωποι, δεν άργησαν να θεωρήσουν τη συμπεριφορά της παραπάνω από προκλητική, απαράδεκτη. Αυτή η γυναίκα δεν έκανε τίποτα χρήσιμο, ενώ αυτοί ήταν πάρα πολύ συνειδητοποιημένοι και τυπικοί απέναντι στις ευθύνες τους. Αυτό τους εξόργισε και αισθάνθηκαν πως είναι υποχρέωσή τους να τη φέρουν μ 'έναν τρόπο στα μέτρα τους πριν να διαλύσει την τέλεια οργανωμένη, παραγωγική κοινωνία τους.

Τη φώναξαν να έρθει στο κέντρο του ανθρώπινου κλοιού που έφτιαξαν γύρω της και τη διέταξαν φωνάζοντας ρυθμικά μέσα από ντουντούκες να αρχίσει αμέσως τη δουλειά. Αυτή προσπαθούσε να τους εξηγήσει, αλλά οι φωνές δεν την άφηναν. Απελπισμένη αλλά διόλου τρομαγμένη, σκαρφάλωσε πάνω σε έναν διπλανό της και στάθηκε πάνω στο κεφάλι του. Από κει ψηλά, άρχισε να κουνάει τα χέρια της με νόημα για να τους κάνει να καταλάβουν πως έχει κάτι να πει. Τους φάνηκε τόσο παράξενο, που σταμάτησαν να φωνάζουν και την πρόσεξαν που υπήρχε εκεί πάνω, ενώ πριν λίγο είχαν πιστέψει πως την είχαν αφανίσει.

Η γυναίκα άρπαξε την ευκαιρία για να δηλώσει πως δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να κάνει τίποτα από αυτά που ήθελαν να της επιβάλλουν και πως ήταν αποφασισμένη να συνεχίσει για πάντα να σκέφτεται. Όλοι άρχισαν να την απειλούν και να της τονίζουν πως το να σκέφτεσαι δεν είναι δουλειά και ότι είναι ανεπίτρεπτο να είναι η μοναδική που δεν κάνει όσα κάνουν οι υπόλοιποι, πόσο μάλλον τίποτα.

Ή θα μάθεις να δουλεύεις για μας, ή θα σε σκοτώσουμε. Ήταν η τελευταία τους κουβέντα. Η γυναίκα αρνήθηκε κατηγορηματικά και τους είπε πως μπορούν αν θέλουν να κάθονται κι αυτοί μαζί της να σκέφτονται και πως δεν είχε κανένα πρόβλημα να τους δείξει όλα τα όμορφα πράγματα που έχει ανακαλύψει όσο αυτοί δούλευαν και να τους μιλήσει για όλα τα ωραία πράγματα που έχει σκεφτεί όσο καθόταν και σκεφτόταν.

Ο ανθρώπινος κλοιός άρχισε ολοένα να στενεύει. Οι άνθρωποι της δείχναν λυσσασμένα τα δόντια τους. Τα δολοφονικά μάτια τους την κοιτούσαν αποφασισμένα. Σε λίγο την πίεζαν από όλες τις μεριές με τα σώματά τους για να την λιώσουν. Ώσπου έλιωσε και τότε δεν υπήρχε αντίσταση από πουθενά. Τα σώματα που απάρτιζαν αυτή την ανθρώπινη μάζα άρχισαν να πέφτουν με φόρα το ένα πάνω στο άλλο κι έτσι η μάζα έλιωσε τον εαυτό της.


Από την παράσταση Storytelling, Μάιος 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου