Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Η ΚΥΡΙΑ ΠΟΥ ΚΑΘΑΡΙΖΕ ΣΚΑΛΕΣ (ΔΕΝ ΘΑ'ΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΤΣΙ)

Η ιστορία "Η κυρία που καθάριζε σκάλες (Δεν θα 'ναι πάντα έτσι)" δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού λιτέρα

Κάποτε, ζούσε μια κυρία που καθάριζε σκάλες. Σκάλες πολυκατοικιών, με πολλούς ορόφους και πολλά διαμερίσματα, πολλές πόρτες και πολλές ζωές. Αυτή η δουλειά ήταν πολύ κουραστική και επίπονη και η γυναίκα κάθε μέρα γυρνούσε στο σπίτι της πολύ κουρασμένη και καθάριζε και τη σκάλα της δικής της πολυκατοικίας με τους πολλούς ορόφους, τα πολλά διαμερίσματα, τις πολλές πόρτες και τις πολλές ζωές, γιατί μια κυρία που καθαρίζει σκάλες δεν μπορεί να βλέπει βρώμικη καμία σκάλα.
Αργά το βράδυ, έπεφτε στο κρεβάτι της να κοιμηθεί και ονειρευόταν, τί άλλο, παρά σκάλες. Σκάλες ατέλειωτες που αγγίζουν τον ουρανό κι αυτή να ξεπροβάλλει από ψηλά ανάμεσα από σύννεφα σκόνης, σκουπίζοντας από πάνω προς τα κάτω, γιατί έτσι είχε μάθει να καθαρίζει σκάλες. Στο τέλος, προσγειωνόταν σαν πούπουλο με βάρος μαρμαρόπλακας στη γη και μετά ξυπνούσε γιατί έφτανε η ώρα που έπρεπε να πάει να καθαρίσει σκάλες.
Η γυναίκα συνέχεια έλεγε στον εαυτό της πως δεν θα 'ναι πάντα έτσι, σίγουρα κάποια φορά θα γλίτωνε από τις σκούπες, τα φαράσια, τα απορρυπαντικά και τη βρωμιά, γιατί μια κυρία που καθαρίζει σκάλες δεν αντέχει τη βρωμιά.
Όμως η πραγματικότητα ήρθε να τη διαψεύσει, αφού μέρα με τη μέρα η βρωμιά εξαπλωνόταν όλο και περισσότερο. Έμπαινε κάτω από τις πόρτες και λέρωνε και τις ζωές κι έτσι οι διάφοροι ένοικοι των πολυκατοικιών με τους πολλούς ορόφους, τα πολλά διαμερίσματα και τις πολλές πόρτες, άρχισαν να έχουν κι άλλες απαιτήσεις από την κυρία. Ήθελαν τώρα πια εκτός από τις σκάλες να τους καθαρίζει και την “υπόλοιπη” βρωμιά.
Και αυτή η καημένη, από φόβο μη χάσει τη δουλειά της, έκανε ό,τι μπορούσε. Άρχισε να σκουπίζει και μέσα από τις πόρτες. Τις ζωές τους. Ξεσκόνιζε τις καρδιές τους, σφουγγάριζε τα κορμιά τους, σκούπιζε τα δάκρυά τους και στο τέλος περνούσε κι ένα χέρι τις συνειδήσεις τους. Και η μέρα της γινόταν ολοένα και πιο κουραστική και οι απαιτήσεις γινόντουσαν όλο και περισσότερες.
Και η κυρία δεν άντεχε άλλο πια. Είχε εξαντληθεί. Λες κι αυτή ήταν υπεύθυνη για όλη τη βρωμιά του κόσμου.
Ένα βράδυ, γύρισε σπίτι της σκούπισε και τη δική της πολυκατοικία, με τους πολλούς ορόφους, τα πολλά διαμερίσματα και τις πολλές πόρτες, σκούπισε όλες τις ζωές, πήγε στο διαμέρισμά της, το σκούπισε κι αυτό, σκούπισε καλά καλά και τη δική της ζωή και μετά αποκοιμήθηκε. Και στον ύπνο της είδε μια γνώριμη ατέλειωτη σκάλα, που άγγιζε τον ουρανό και χανόταν μέσα σε άσπρα πεντακάθαρα σύννεφα κι αυτή να την ανεβαίνει, από κάτω προς τα πάνω, έτσι όπως δεν είχε κάνει ποτέ, χωρίς να κρατάει καμία σκούπα και στο τέλος να απογειώνεται σαν μπαλόνι και να χάνεται στον ουρανό ικανοποιημένη που δεν θα ξαναξυπνήσει να πάει να καθαρίσει σκάλες.

Σκίτσο της Σπυριδούλας Ζάχου για την παράσταση "Storytelling", Μάιος 2012




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου