Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

"accidentally on purpose"

Στον τέταρτο όροφο, πίσω από την πόρτα με το νούμερο 23 υπάρχει ένα, μοναδικό, στενόμακρο δωμάτιο. Σε μια ευθεία από το παράθυρο μέχρι τον πίσω τοίχο, στοιχίζονται κατά σειρά η κουζίνα, ένα γραφείο κι ένα κρεβάτι. Στο πάτωμα της κουζίνας μπορούν να εντοπιστούν μερικά μουχλιασμένα ψίχουλα και υπολείμματα από σάπια λαχανικά, οι ξεκολλημένοι σοβάδες στο ταβάνι πασπαλίζουν κατά διαστήματα το χώρο με σκόνη κι αν παρατηρήσεις πίσω απ' τη σιδερένια πλάτη του κρεβατιού, μπορείς να διακρίνεις μια ψιλή αραχνούλα να δουλεύει τον ιστό της.
Ένας άντρας κάθεται στο γραφείο με μέτωπο προς την κουζίνα και φαίνεται πως δεν έχει φτιαχτεί γι' αυτό, έτσι όπως στριμώχνονται τα πόδια του από κάτω, με τα γόνατα ενωμένα και τις φτέρνες γυρισμένες προς τα έξω. Είναι σκυμμένος πάνω από ένα λευκό χαρτί που σχεδόν φωσφορίζει ανάμεσα στο γκρι φόντο και στη ράχη του, έχει δημιουργηθεί με τον καιρό ένα αποκρουστικό κύφωμα. Το δεξί του πόδι κουνιέται πάνω κάτω νευρικά και με το δεξί του χέρι στριφογυρνάει κάποια από τις λιγοστές τρίχες στο κρανίο του για να την ξεριζώσει λίγο αργότερα με μανία. Στην κουζίνα, μια γυναίκα γυρισμένη πλάτη, φτιάχνει την τοματόσουπα για το δείπνο. Της αρέσει πολύ να μαγειρεύει φαγητά με χρώμα κίτρινο, πορτοκαλί ή κόκκινο, όπως σήμερα.


Όταν ο πατέρας τον είχε φέρει σπίτι, της είχε φανεί συμπαθητικός. Καθόταν στον καναπέ ήσυχος και κοιτούσε μελαγχολικά το γκρίζο χαλί που είχε στρωμένο η μαμά της στο κέντρο του σαλονιού. Κανένας άλλος δεν πρόκειται να δεχτεί να σε παντρευτεί, της είχε πει ο μυστηριώδης άντρας. Κι εκείνη δεν μπορούσε ακριβώς να διαφωνήσει μ' αυτό. Από τότε τηρούν και οι δύο τη συμφωνία.


Τα μάτια του δακρύζουν απ' το τσούξιμο. Λέξεις-φαντάσματα εμφανίζονται απειλητικά πάνω στο χαρτί και εξαφανίζονται πάλι, για να του θυμίζουν πως δεν έχει καμιά ελπίδα. Οι σφυγμοί του πληθαίνουν. Τα μηνίγγια του έχουν τεντώσει. Ένα μόνο πράγμα κατακλύζει το μυαλό του. Η απόγνωση. Η γυναίκα τώρα κατευθύνεται προς τα πάνω του κρατώντας ένα βαθύ μεταλικό πιάτο γεμάτο μέχρι το χείλος. Το αφήνει με δύναμη πάνω στο γραφείο έτσι ώστε μια μικρή ποσότητα κόκκινης σούπας να πιτσιλίσει το άσπρο του χαρτί. Ο άντρας βγάζει μια πνιχτή τσιρίδα κι εκείνη αφήνει να της ξεφύγει ένα χαμόγελο γεμάτο ειρωνεία και ικανοποίηση. Σηκώνεται όρθιος και προχωράει προς τα πίσω τρομαγμένος, παραπατώντας μέχρι το κρεβάτι. Μπαίνει γρήγορα κάτω απ' τη γαριασμένη κουβέρτα και σκεπάζεται μέχρι πάνω.

Όταν η γυναίκα ήταν μικρό κορίτσι, παρακαλούσε τους γονείς της καιρό να φέρουν στο σπίτι έναν σκύλο, μέχρι που τους κατάφερε. Αφού έπαιξε μαζί του για κάποιες ώρες, βγήκε στη μπροστινή αυλή και τον κρέμασε στο δέντρο τυλίγοντας το λαιμό του με το ίδιο του το λουρί. Όσο εκείνη παρακολουθούσε με έκσταση τον πνιγμό του, οι γείτονες είχαν ήδη μαζευτεί έξω απ' το σπίτι και κοιτούσαν σοκαρισμένοι. Η μικρή φόνισσα, θέλοντας να κάνει την πράξη της ακόμη περισσότερο φαντασμαγορική, έβγαλε ένα κουτάκι σπίρτα από την τσέπη του παντελονιού της και έβαλε φωτιά στην ουρά του άψυχου ζώου. Το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί κράτησε με μιας την ανάσα του, το μικρό κορίτσι υποκλίθηκε, τους κούνησε το χέρι εν είδει αποχαιρετισμού και μπήκε ξανά μέσα στο σπίτι.


Ο άντρας έχει αποκοιμηθεί και η γυναίκα στέκεται από πάνω του και τον κοιτάζει. Το ένα χέρι του ξεπροβάλλει κάτω απ' τα σκεπάσματα ωχρό, λιπόσαρκο, το χλωμό πρόσωπό του έχει χαλαρώσει, το δέρμα του κρεμάει και το στόμα του είναι ανοιχτό. Της αρέσει πολύ να πιστεύει πως είναι νεκρός, μα μια τρίχα που εξέχει απ 'τη μύτη του και πάλλεται από το ροχαλητό, διαλύει τη φαντασίωσή της. Ανοίγει προσεκτικά το ντουλαπάκι του κομοδίνου, βγάζει τα χρωματιστά νήματα και τις βελόνες της και αρχίζει να σιγοτραγουδάει:

"Τί δύσκολο να είσαι του θανάτου συνεργός
ψέματα λέω! δεν είναι δα και τόσο
του παρδαλού σκοινιού θα είμαι εγώ η δημιουργός
πόσο το λαχταρώ, να 'ξερες πόσο

Κόκκινο, κίτρινο, πορτοκαλί
και μια θηλιά φτιαγμένη από μαλλί
σφιχτούς κάνω τους κόμπους από τώρα
μέχρι να έρθει η ώρα, μέχρι να έρθει η ώρα..."


Ο άντρας στ' όνειρό του, χάνεται στις λαβυρινθώδεις στοές κάποιου υπονόμου και τρέχει να σωθεί από τους ήρωές του, που έχουν μεταλαχθεί σε σκοτεινά και βίαια πλάσματα και τον καταδιώκουν σαν αρπακτικά πουλιά. Τους φοβάται, τους τρέμει. Γνωρίζει πολύ καλά για πόσο άσχημα πράγματα είναι ικανοί. Τρέχει συνέχεια, γρήγορα, χωρίς να κοιτάζει πίσω του, μα κάποια στιγμή χάνει τελείως το κουράγιο του, τα πόδια του παραλύουν και δεν μπορεί πια ούτε να κουνηθεί και τότε, οι ήρωες του, τον τυλίγουν σφιχτά με τα μαύρα φτερά τους, μπήγουν τα γαμψά τους νύχια στο δέρμα του και ουρλιάζουν με τις σατανικές φωνές τους: Γράψε μια ιστορία ή πέθανε τώρα.


Ο άντρας κάποτε, ήταν ένα πολύ γλυκό και ρομαντικό αγόρι. Περνούσε την ώρα του γράφοντας ποιήματα στα οποία εξυμνούσε την αγάπη και την αφοσίωση που έτρεφε για τη μητέρα του και έπειτα της τα χάριζε σ' ένα φάκελο με την αφιέρωση "για τη μανούλα". Στις ιστορίες που σκαρφιζόταν ήταν πάντα μια καλή και όμορφη νεράιδα που χάριζε στους ανθρώπους χαμόγελα και ευτυχία κι όποτε η μητέρα του πάθαινε κάποια από τις συχνές κρίσεις της, της διάβαζε κάποια απ' αυτές για να την ησυχάσει. Το απόγευμα που τη βρήκε σωριασμένη στο πάτωμα της κουζίνας, οι αχτίδες του ήλιου που περνούσαν από τις πορτοκαλί κουρτίνες είχαν γεμίσει το σπίτι με ένα ζεστό, φωτεινό χρώμα και έδιναν μια εκπληκτική λάμψη στο πορφυρό στεφάνι γύρω από το κεφάλι της.

Ο άντρας ξυπνάει αλαφιασμένος και σέρνεται με κόπο μέχρι το γραφείο του. Είναι η μόνη διαδρομή που διανύει όλα αυτά τα χρόνια. Αυτό το ενάμισι μέτρο. Μπρος και πίσω. Κάθεται στην καρέκλα και με την άκρη του ματιού του έχει ήδη αντιληφθεί το μαύρο μελάνι πάνω στο λευκό φύλλο. ΓΡΑΨΕ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ Ή ΠΕΘΑΝΕ ΤΩΡΑ. Αυτή το έκανε, αυτή η γυναίκα που έχει καταφέρει να στοιχειώσει μέχρι και τα όνειρά του, τον προκαλεί, δεν το ανέχεται να περιμένει άλλο. Σίγουρα, το θυμάται πολύ καλά, δεν ήταν αυτή η συμφωνία τους, μα όπως φαίνεται δεν είναι αυτός που μπορεί να ορίσει πια τους κανόνες. Σηκώνει το βλέμμα του να την ψάξει στο χώρο και παρ' όλο που δεν τη βλέπει πουθενά, είναι πεπεισμένος πως μπορεί να είναι κάπου κρυμμένη και να παρακολουθεί με ευχαρίστηση.

- Κανείς δεν πρόκειται να δεχτεί να σε παντρευτεί. Ωστόσο, με όλο το θάρρος, φαίνεται πως σε μένα μπορείς να φανείς χρήσιμη. Απεχθάνομαι το κόκκινο, το κίτρινο και το πορτοκαλί και θα φροντίσω στο σπίτι που θα ζήσουμε να μην υπάρχει κανένα άλλο χρώμα πέρα απ' το γκρι. Θα μαγειρεύεις και θα καθαρίζεις καθημερινά και πάντοτε θα φροντίζεις πάνω στο γραφείο μου να υπάρχει ένα πάκο λευκές κόλλες. Δεν θα μου μιλάς, ούτε κι εγώ θα σου μιλήσω ποτέ και δεν ξέρω από τώρα να σου πω πόσο διάστημα θα χρειαστεί να ζήσεις μαζί μου, γι' αυτό θα πρέπει να κάνεις υπομονή μέχρι να έρθει η κατάλληλη στιγμή.

- Θα γίνει όπως μ' αρέσει;




Το κλειδί γυρνάει στην πόρτα. Ο άντρας ανασκουμπώνεται. Χαντακώνει κάπου το φύλλο με το δηλητηριώδες μήνυμα και βγάζει ένα καθαρό. Πιάνει την πένα του και αρχίζει να γράφει λέξεις ακατάληπτα: 
Αδύναμος τρέλα ποντίκι κενός ματαιότης μίσος τρέλα μίσος εξαπάτηση φθορά σήψη θάνατος τέλος μητέρα χάος αιωνιότητα γιος θάνατος άπειρο μακριά
Η γυναίκα τον κοιτάζει παγωμένη που γράφει, και για πρώτη φορά, στο πρόσωπό της αποτυπώνεται μια απέραντη θλίψη. Φαίνεται προδομένη, βαθιά απογοητευμένη, σαν να μην μπορεί να αντέξει κι άλλη παράταση, μοιάζει να είναι έτοιμη... να παραιτηθεί; 
 
Όχι. Όχι, δεν μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Μα τί σκεφτόταν; Ο αγώνας αυτός ήταν και είναι άνισος, χρόνια ολόκληρα εξαπατά τον εαυτό του πως ίσως και να τα καταφέρει αλλά πώς θα μπορούσε κάποιος σαν αυτόν, ένας άνθρωπος σακατεμένος, φοβιτσιάρης, να λυτρώσει τον εαυτό του με μια ιστορία; Ένας άνθρωπος χωρίς κουράγιο, δεν μπορεί να γράψει ιστορίες. Η γυναίκα αυτή δεν έκανε λάθος, του έδειχνε το δρόμο της σωτηρίας, γνώριζε από την πρώτη στιγμή πως αυτή είναι η μόνη λύση. Η λύση που τους πρέπει.
Αφήνει την πένα να πέσει απ' το χέρι του και σπρώχνει το πάκο με τα χαρτιά, που σκορπίζουν κάτω μονομιάς. Είμαι έτοιμος. ΕΙΜΑΙ ΕΤΟΙΜΟΣ!
Το έδαφος αρχίζει να τραντάζεται, τα σύννεφα παραμερίζουν κι αφήνουν τις ηλιαχτίδες να μπουν απ' το παράθυρο και να γεμίσουν το χώρο με ένα ζεστό, φωτεινό χρώμα.

Και τότε, η γυναίκα ξεσπάει σ' ένα παραλήρημα ευτυχίας. Αρχίζει να χοροπηδάει γύρω γύρω απ' το γραφείο αλαλάζοντας κι έπειτα να χορεύει στο κέντρο του σπιτιού τραγουδώντας: 

"Τί δύσκολο να είσαι του θανάτου συνεργός
ψέματα λέω! δεν είναι δα και τόσο
του παρδαλού σκοινιού είμαι η δημιουργός
πόσο το λαχταρώ, να 'ξερες πόσο

Κόκκινο, κίτρινο, πορτοκαλί
και μια θηλιά φτιαγμένη από μαλλί
σφιχτοδεμένο έχω κάνει το σκοινί σου μη φοβάσαι
πες πως θα κοιμάσαι-πες πως θα κοιμάσαι!"

Ύστερα από αυτό το αυθόρμητο νούμερο, τρέχει στο κομοδίνο και βγάζει από το ντουλάπι το μακρύ, χρωματιστό σκοινί που έχει υφάνει. Στέκεται μπροστά στον άντρα και αρχίζει να το τυλίγει αργά γύρω της, από τους αστράγαλους μέχρι τους ώμους και στο τέλος το σφίγγει γύρω απ' το λαιμό της, κλείνει τα μάτια, βγάζει έξω τη γλώσσα προσποιούμενη την πνιγμένη και -ΜΠΟΥ-ΟΥ-ΟΥ!- ξανανοίγει τα μάτια και ξεσπάει σε υστερικά γέλια.

Ο άντρας την κοιτά αποσβολωμένος μα δεν δυσφορεί με τη συμπεριφορά της. Νιώθει πως της το οφείλει τώρα, να μην την εμποδίσει απ' το να φωνάξει, να κάνει αισθητή την παρουσία της, ακόμα και να τον ερεθίζει με τα χρώματα που γνωρίζει πόσο τον ταράζουν. Τώρα πια τίποτε δεν έχει σημασία, δεν υπάρχουν πια κανόνες για να παραβιαστούν, όλα τέλειωσαν, ή τουλάχιστο πρόκειται σύντομα να τελειώσουν. Κι αυτός, δεν αισθάνεται κι άσχημα! Τον διαπερνά μια πρόσκαιρη ευφορία, νιώθει την πλάτη του ευθυτενή, το πρόσωπό του αναψοκοκκινισμένο. Σηκώνεται όρθιος και βγάζει ένα-ένα τα ρούχα του, μέχρι να μείνει εντελώς γυμνός. Η γυναίκα πλησιάζει, ξετυλίγει το σκοινί από το σώμα της, ανεβαίνει στην καρέκλα και στερεώνει με επιδεξιότητα τον τέλειο μηχανισμό, στην κάθετη ξύλινη δοκό στο ταβάνι. Έπειτα πηδάει κάτω, για να παραχωρήσει τη θέση της στον άντρα, που πιάνει χωρίς περιστροφές το βρόχο και τον περνάει στο λαιμό του. Θα 'λεγε κανείς πως τίποτα πάνω του δεν φανερώνει την αγωνία του μελλοθάνατου. Το πρόσωπό του έχει μια μακάρια, γαλήνια όψη και το γυμνό του σώμα μοιάζει έτοιμο να φιλοξενήσει τον ασφυκτικό θάνατο. Κι αφού η γυναίκα παίρνει τη σωστή θέση απέναντί του για να παρακολουθήσει τη σκηνή, ο άντρας κλοτσάει την καρέκλα με το πόδι του να πέσει κάτω και αρχίζει αμυδρά να αιωρείται. Τα αυτιά του βουίζουν και προς στιγμήν του φαίνεται πως ακούει το υπόκωφο τραγούδι της, τα μάτια του δέχονται ένα εκτυφλωτικό φως και νιώθει τα πόδια του βαριά σαν σίδερο. Μπορεί ακόμα να δει τη γυναίκα να παρακολουθεί με έκσταση, σαν να θέλει να ρουφήξει κάθε λεπτομέρεια της εικόνας, τη βλέπει ακόμα, ακόμα λίγο, μα όχι πια. Το σώμα του αρχίζει να συσπάται, τα πόδια του τεντώνονται προς τα κάτω σκληρά, άκαμπτα μέχρι που οι σπασμοί αρχίζουν να ελλατώνονται ώσπου σταματούν τελείως και μια ποσότητα ούρων εκλύεται ανάμεσα απ' τα πόδια του. Η γυναίκα προχωρά μέχρι εκεί με την περηφάνια του κατακτητή, τοποθετεί ξανά την καρέκλα κοντά στα πόδια του και ανεβαίνει πάνω. Αγκαλιάζει σφιχτά τον άντρα από τη μέση, τον κοιτάζει μέσα στα μισάνοιχτά του μάτια και τον φιλάει στο μέτωπο.
Μόνη ξανά, πάνω στο βάθρο της, κάνει μια υπόκλιση. 
Τέλος. ΤΕΛΟΣ.